Καιρός English Σύνδεση
Αρχική › Άρθρο

Ο λήθαργος της ελιάς

Ελιά
Ελαιώνας με καρποφορία, πριν από τη συγκομιδή
Εικ. 1Ελαιώνας με πλήρη καρποφορία στα τέλη του καλοκαιριού. Οι οφθαλμοί που θα δώσουν την ανθοφορία της επόμενης χρονιάς βρίσκονται ήδη σχηματισμένοι στις μασχάλες των φύλλων αυτής της βλάστησης, και το φορτίο που φαίνεται εδώ είναι ένας από τους παράγοντες που καθορίζουν πόσοι από αυτούς θα ανθοφορήσουν.
ΙούνΙούλΑύγ ΣεπΟκτΝοέ ΔεκΙανΦεβ ΜαρΑπρΜάι Επαγωγή ανθοφορίας Φύλλα και καρποί κρατούν τους οφθαλμούς ανενεργούς παύση 14,5 °C, 160 ώρες Χειμερινή ανάπαυση συσσώρευση ψύχους, άριστο 12,5 °C διαφοροποίηση έκπτυξη, άνθηση
Εικ. 2Ο ετήσιος κύκλος των μασχαλιαίων οφθαλμών της ελιάς, όπως προκύπτει από τις τρεις εργασίες που συζητούνται παρακάτω. Τα όρια είναι ενδεικτικά για μεσογειακές συνθήκες και μετατοπίζονται με την περιοχή και τη χρονιά. Το σημείο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τον παραγωγό είναι ότι η μορφολογική διαφοροποίηση της ταξιανθίας αρχίζει ΜΕΤΑ τη χειμερινή ανάπαυση, όχι πριν.

Σάββας Παστόπουλος, Γεωπόνος MSc, Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε., Νέος Μυλότοπος Πέλλας

Η ελιά κρατάει τα φύλλα της όλο τον χειμώνα, και αυτό από μόνο του αλλάζει το περιεχόμενο της λέξης λήθαργος. Σε ένα φυλλοβόλο δέντρο ο χειμώνας είναι μια καθαρή παύση, με αρχή και τέλος που φαίνονται με το μάτι: το δέντρο ρίχνει τα φύλλα του, κλείνει, μετράει ψύχος και ξανανοίγει την άνοιξη. Στην ελιά δεν υπάρχει τέτοια ορατή παύση, το φύλλωμα δουλεύει και μέσα στον Ιανουάριο, και τα τελευταία χρόνια αμφισβητείται ακόμη και το αν η ελιά περνά από πραγματικό λήθαργο ή απλώς από μια περίοδο κατά την οποία το κρύο δεν της επιτρέπει να μεγαλώσει. Το κείμενο που ακολουθεί εξετάζει τέσσερα ερωτήματα με τη σειρά: τι ακριβώς σταματά τη βλάστηση το φθινόπωρο, τι κάνει το ψύχος στους οφθαλμούς που θα δώσουν άνθη, πού βρίσκεται σήμερα η επιστημονική διαφωνία για τη φύση αυτής της κατάστασης, και τι σημαίνουν όλα αυτά για έναν ελληνικό ελαιώνα.

14,5 °Cτο όριο κάτω από το οποίο μετράει το ψύχος που σταματά τη βλάστηση
12,5 °Cη αποδοτικότερη θερμοκρασία για τους ανθοφόρους οφθαλμούς
50,6 ως 97,3μερίδες ψύχους σε τέσσερις θέσεις της Κρήτης, από τα 45 ως τα 624 μέτρα
12 ως 28 %η προβλεπόμενη μείωση του ψύχους στις ίδιες θέσεις ως το 2060

1. Τι σταματά τη βλάστηση το φθινόπωρο: η θερμοκρασία και όχι η διάρκεια της ημέρας

Στα περισσότερα ξυλώδη είδη των εύκρατων περιοχών το σήμα που σταματά τη βλάστηση στο τέλος του καλοκαιριού είναι η μέρα που μικραίνει και όχι η θερμοκρασία που πέφτει. Το φυτό δηλαδή διαβάζει ένα ημερολόγιο, όχι ένα θερμόμετρο, και αυτό έχει το πλεονέκτημα ότι το ημερολόγιο δεν ξεγελιέται: η διάρκεια της ημέρας είναι η ίδια κάθε χρονιά για μια δεδομένη τοποθεσία, ενώ η θερμοκρασία ποικίλλει. Η μηλιά, η αχλαδιά και μερικά ακόμη γένη αποτελούν γνωστή εξαίρεση και σταματούν με τη θερμοκρασία. Για την ελιά το ερώτημα δεν ήταν απαντημένο με μετρήσεις, και απαντήθηκε το 2020 από έρευνα με τρία σκέλη που έγινε στη νότια Ισπανία, στην περιοχή της Κόρδοβας και στο Espiel [1].

Στο πρώτο σκέλος, δενδρύλλια της ποικιλίας Arbequina χωρίστηκαν σε πέντε μεταχειρίσεις, σχεδιασμένες έτσι ώστε η επίδραση της θερμοκρασίας να μπορεί να διαχωριστεί από εκείνη της διάρκειας της ημέρας. Μετρήθηκε ο ρυθμός με τον οποίο εμφανίζονταν νέα ζεύγη φύλλων, που είναι ο απλούστερος δείκτης του αν ο βλαστός συνεχίζει να επιμηκύνεται. Το αποτέλεσμα ήταν μονοσήμαντο. Η βλάστηση σταμάτησε μόνο εκεί όπου η θερμοκρασία έπεσε, ενώ τα φυτά που κρατήθηκαν πάνω από τους 18 °C συνέχισαν να βγάζουν φύλλα κανονικά ακόμη και όταν η διάρκεια της ημέρας ήταν μικρή [1]. Η φωτοπερίοδος, με άλλα λόγια, δεν ελέγχει καθόλου την παύση της βλάστησης στην ελιά, και κάθε προσπάθεια να προβλεφθεί η συμπεριφορά του δέντρου από το ημερολόγιο είναι εξ αρχής χωρίς βάση.

Τα δύο μοντέλα που προβλέπουν την ημερομηνία παύσης

Από τα ίδια δεδομένα προέκυψαν δύο απλά μοντέλα για την ημερομηνία κατά την οποία σταματά η επιμήκυνση των βλαστών. Και τα δύο δουλεύουν με ωριαίες θερμοκρασίες και με έναν μόνο μετρητή, ο οποίος ξεκινά από το μηδέν στις αρχές του φθινοπώρου και αυξάνεται όσο κρατά το ψύχος. Όταν ο μετρητής φτάσει στην τιμή που απαιτείται, η βλάστηση σταματά. Η λογική είναι ίδια με εκείνη των ωρών ψύχους του χειμώνα, με τη διαφορά ότι εδώ μετριέται άλλο πράγμα και σε άλλη εποχή.

Το πρώτο μοντέλο είναι το απλούστερο που μπορεί να γραφτεί. Μετράει μόνο τις ώρες κατά τις οποίες η θερμοκρασία βρίσκεται κάτω από ένα όριο, προσθέτει μία μονάδα για κάθε τέτοια ώρα, και δεν αφαιρεί ποτέ τίποτα. Η προσαρμογή στα δεδομένα της έρευνας έδωσε όριο 14,4 °C και απαίτηση 160 ώρες, με τυπικό σφάλμα 3,1 ημερών [1]. Οι 160 ώρες αντιστοιχούν σε έξι περίπου εικοσιτετράωρα συνολικής παραμονής κάτω από το όριο, αλλά στο χωράφι δεν μαζεύονται σε έξι ημέρες. Μοιράζονται σε αρκετές εβδομάδες, επειδή τις φθινοπωρινές ημέρες μόνο ένα μέρος του εικοσιτετραώρου, συνήθως οι νυχτερινές και οι πρώτες πρωινές ώρες, βρίσκεται κάτω από τους 14,4 °C. Σε μια περιοχή όπου το φθινόπωρο δίνει οκτώ τέτοιες ώρες τη νύχτα, η απαίτηση συμπληρώνεται σε είκοσι περίπου ημέρες, ενώ σε μια περιοχή με τέσσερις ώρες τη νύχτα χρειάζεται διπλάσιος χρόνος.

Το δεύτερο μοντέλο προσθέτει έναν δεύτερο όρο, και αυτός ο όρος είναι το ενδιαφέρον μέρος. Κάθε ώρα με θερμοκρασία πάνω από το όριο αφαιρεί 0,32 της μονάδας από όσα έχουν ήδη μαζευτεί. Η προσαρμογή έδωσε όριο 14,5 °C και τις ίδιες 160 ώρες, με τυπικό σφάλμα 2,5 ημερών [1]. Ο συντελεστής αυτός είναι η ποσοτική έκφραση της αναστρεψιμότητας της διεργασίας: επειδή το αντίστροφο του 0,32 είναι 3,1, χρειάζονται περίπου τρεις ώρες ζέστης για να ακυρωθεί μία ώρα ψύχους. Ένα θερμό διάστημα στα μέσα του φθινοπώρου μπορεί έτσι να γυρίσει τον μετρητή αισθητά πίσω και να μεταθέσει την παύση της βλάστησης κατά ημέρες. Ακριβώς αυτός ο όρος είναι που βελτίωσε την ακρίβεια σε σχέση με το πρώτο μοντέλο, και το γεγονός ότι η βελτίωση υπάρχει αποτελεί από μόνο του ένδειξη ότι η ακύρωση είναι πραγματικό φαινόμενο και όχι μαθηματική διευκόλυνση.

Ο έλεγχος των μοντέλων έγινε με ανεξάρτητα δεδομένα, δηλαδή με μετρήσεις που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί στην προσαρμογή, που είναι ο μόνος τρόπος να φανεί αν ένα μοντέλο προβλέπει ή απλώς περιγράφει. Για την Arbequina το δεύτερο μοντέλο προέβλεψε την ημερομηνία παύσης με τυπικό σφάλμα 3,16 ημερών και μέσο απόλυτο σφάλμα 2,67 ημερών. Όταν στον έλεγχο μπήκαν και οι υπόλοιπες τέσσερις ποικιλίες της έρευνας, τα αντίστοιχα σφάλματα ανέβηκαν σε 4,79 και 4,00 ημέρες [1]. Η ακρίβεια αυτή αφορά τη συγκεκριμένη τοποθεσία και τις συγκεκριμένες ποικιλίες, και κρατιέται ως ένδειξη της τάξης μεγέθους και όχι ως εγγύηση για ελληνικό ελαιώνα.

Τα όρια που δηλώνουν οι ίδιοι οι συγγραφείς

Δύο περιορισμοί του μοντέλου δηλώνονται μέσα στην ίδια την εργασία, και είναι σημαντικό να διαβαστούν μαζί με τους αριθμούς. Ο πρώτος είναι ότι η απαίτηση των 160 ωρών δεν είναι απαίτηση σε ψύχος για την ανθοφορία, αλλά απαίτηση για την παύση της βλάστησης, και οι δύο διεργασίες είναι εντελώς χωριστές. Ο δεύτερος είναι ότι η βαθμονόμηση έγινε σε νεαρά δενδρύλλια μέσα σε γλάστρες, ηλικίας ενός ως τριών ετών, οπότε η μεταφορά των αριθμών σε ενήλικα δέντρα άλλης ποικιλίας και άλλου κλίματος δεν είναι δεδομένη [1]. Το ενήλικο δέντρο έχει αποθέματα, βαθύ ριζικό σύστημα και μεγάλη θερμική μάζα ξύλου, και κανένα από αυτά δεν υπάρχει σε δενδρύλλιο γλάστρας.

Δύο ακόμη λεπτομέρειες από την ίδια εργασία έχουν άμεση πρακτική αξία. Η πρώτη είναι ότι η θερμοκρασία βάσης για την εμφάνιση νέων φύλλων βρέθηκε 11,1 °C, δηλαδή αισθητά χαμηλότερη από το όριο των 14,4 °C που σταματά τη βλάστηση. Αυτή η διαφορά των τριών περίπου βαθμών σημαίνει ότι το δέντρο δεν σταματά επειδή έφτασε στο σημείο όπου δεν μπορεί πια να μεγαλώσει, αλλά σταματά ενώ ακόμη μπορεί, και η παύση είναι επομένως ενεργητική απόκριση και όχι παθητική εξάντληση. Η δεύτερη είναι ότι οι πέντε ποικιλίες που δοκιμάστηκαν, ανάμεσά τους οι τρεις μεγαλύτερες του κόσμου σε καλλιεργούμενη έκταση, διέφεραν ελάχιστα στην ημερομηνία παύσης [1]. Η τοποθεσία μετρούσε πολύ περισσότερο από την ποικιλία, με διαφορές μίας ως τριών εβδομάδων ανάμεσα στις δύο θέσεις της έρευνας, και αυτό σημαίνει ότι το ερώτημα «πότε σταματά» απαντιέται κυρίως από το κλίμα της περιοχής.

Πηγές: 1

2. Η δράση του ψύχους στους οφθαλμούς που θα δώσουν ταξιανθίες

Η παύση της βλάστησης είναι μόνο το ένα από τα δύο ερωτήματα, και μάλιστα το λιγότερο σημαντικό οικονομικά. Το δεύτερο, που κρίνει την παραγωγή της επόμενης χρονιάς, είναι τι συμβαίνει μέσα στους μασχαλιαίους οφθαλμούς, δηλαδή σε εκείνους που σχηματίζονται στις μασχάλες των φύλλων της φετινής βλάστησης και από τους οποίους θα βγουν οι ταξιανθίες της επόμενης άνοιξης.

Η σειρά των γεγονότων, όπως την περιγράφει η ομάδα της Κόρδοβας μετά από δεκαετίες παρατηρήσεων στον αγρό και μετρήσεων σε μοσχεύματα, έχει τέσσερα στάδια [2]. Πρώτον, οι μασχαλιαίοι οφθαλμοί σχηματίζονται σε μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα στη βλαστική περίοδο, όχι όλοι μαζί, και περνούν από αδιαφοροποίητοι σε δυνητικά ανθοφόροι, εκτός αν το εμποδίσει η παρουσία καρπών πάνω στο δέντρο. Δεύτερον, σε όλο αυτό το διάστημα τους κρατούν κλειστούς τα ίδια τα φύλλα και οι καρποί, με μηχανισμό που ονομάζεται παραλήθαργος και που δεν έχει καμία σχέση με το κρύο. Τρίτον, όταν πέσουν οι φθινοπωρινές θερμοκρασίες, η κατάσταση αυτή γενικεύεται και περιλαμβάνει πλέον όλους τους οφθαλμούς, ανεξάρτητα από τη θέση τους. Τέταρτον, εκείνο που τους ελευθερώνει από εκεί και πέρα είναι η συσσώρευση ψύχους.

Το εύρημα που αντιβαίνει στη διαίσθηση είναι ότι η μορφολογική διαφοροποίηση της ταξιανθίας αρχίζει μετά τη χειμερινή ανάπαυση και όχι πριν από αυτήν. Στις τομές οφθαλμών που εξετάστηκαν, στις 9 Ιανουαρίου μόνο λίγοι οφθαλμοί είχαν καλύψει τις απαιτήσεις τους σε ψύχος και μόλις άρχιζε να διακρίνεται μια ζώνη κυτταρικής δραστηριότητας. Στις 7 Φεβρουαρίου, όταν όλοι είχαν πλέον καλύψει τις απαιτήσεις τους, φαινόταν ήδη σχηματισμένος ο κλάδος της ταξιανθίας [2]. Μέσα στον χειμώνα, δηλαδή, ένας οφθαλμός που θα δώσει άνθη και ένας που θα δώσει βλαστό δεν ξεχωρίζουν ούτε στο μικροσκόπιο, και κάθε εκτίμηση της ανθοφορίας που γίνεται με παρατήρηση οφθαλμών τον Δεκέμβριο ή τον Ιανουάριο στηρίζεται σε κάτι που ακόμη δεν υπάρχει.

Ποιες θερμοκρασίες μετρούν, και γιατί τα δύο όρια δεν συγχέονται

Για τους ανθοφόρους οφθαλμούς το ψύχος δεν μετριέται με το ίδιο όριο που σταματά τη βλάστηση. Οι μετρήσεις σε μοσχεύματα έδειξαν ότι οι 12,5 °C είναι αποδοτική θερμοκρασία συσσώρευσης, και μάλιστα επιτρέπουν και αργή έκπτυξη όταν έχει μαζευτεί αρκετό ψύχος, ενώ στους 30 °C η φυσική συσσώρευση μηδενίζεται [2]. Ο Διεθνής Οργανισμός Ελαιολάδου δίνει το ίδιο εύρος με μεγαλύτερη ανάλυση: το ψύχος μαζεύεται από τους 7 ως τους 15 °C, με άριστο τους 12,5 °C, πάνω από τους 16 °C δεν μαζεύεται καθόλου, και ακόμη υψηλότερες θερμοκρασίες ακυρώνουν ψύχος που έχει ήδη συσσωρευτεί [4].

Η σύγχυση των δύο ορίων είναι το συνηθέστερο λάθος σε αυτό το θέμα, γι' αυτό η διάκριση αξίζει να γραφτεί ρητά. Πρόκειται για δύο διαφορετικές διεργασίες, που μετρούνται με διαφορετικό τρόπο και τυχαίνει να συμβαίνουν στο ίδιο δέντρο την ίδια εποχή.

ΜέγεθοςΠαύση της βλάστησηςΑπελευθέρωση των ανθοφόρων οφθαλμών
Τι ακριβώς μετράει Πότε σταματά η επιμήκυνση των βλαστών Πότε οι οφθαλμοί μπορούν να δώσουν ταξιανθίες
Όριο θερμοκρασίας 14,4 ως 14,5 °C άριστο 12,5 °C, εύρος 7 ως 15 °C, μηδέν πάνω από 16 °C
Απαίτηση 160 ώρες κάτω από το όριο πολλαπλάσιος χρόνος, που δεν δίνεται ως ενιαίος αριθμός
Εποχή Φθινόπωρο Χειμώνας, ως τα τέλη του
Πηγή [1] [2] [4]

Από τον πίνακα προκύπτει και μια πρακτική παρατήρηση. Το όριο της παύσης της βλάστησης είναι υψηλότερο από το άριστο της συσσώρευσης ψύχους, οπότε υπάρχει ένα διάστημα θερμοκρασιών, περίπου από τους 15 ως τους 16 °C, στο οποίο η βλάστηση έχει σταματήσει αλλά ψύχος χρήσιμο για την ανθοφορία δεν μαζεύεται. Ένας ήπιος χειμώνας που κινείται συνεχώς σε αυτό το διάστημα δίνει στον παραγωγό την εικόνα ενός δέντρου που ησυχάζει κανονικά, χωρίς όμως να προχωρά η διεργασία από την οποία κρίνεται η ανθοφορία.

Η υπόθεση του συγχρονισμού

Η εξήγηση που διατυπώνουν οι συγγραφείς για τον ρόλο του ψύχους είναι ότι λειτουργεί ως συγχρονιστής. Οι οφθαλμοί σχηματίστηκαν σε διάστημα μηνών, βρίσκονται σε διαφορετικές ηλικίες και σε διαφορετικές θέσεις πάνω στον βλαστό, και αν ξεκινούσε ο καθένας μόλις ήταν έτοιμος, η άνθηση θα ήταν απλωμένη σε μεγάλο διάστημα. Η χειμερινή ανάπαυση που επιβάλλει το ψύχος τους εμποδίζει όλους να ξεκινήσουν νωρίς και χωριστά, και όταν η απαίτηση καλυφθεί τους αφήνει να ξεκινήσουν μαζί [2]. Η επικονίαση της ελιάς είναι ανεμόφιλη και απαιτεί ταυτόχρονη άνθηση μέσα στον ελαιώνα, οπότε ο συγχρονισμός δεν είναι λεπτομέρεια αλλά προϋπόθεση της καρπόδεσης.

Η υπόθεση αυτή εξηγεί και το αντίστροφο φαινόμενο, που είναι και το πιο εύκολα παρατηρήσιμο στο χωράφι. Όταν ο χειμώνας είναι θερμός και το ψύχος δεν επαρκεί, η έκπτυξη, η άνθηση και στη συνέχεια η ωρίμανση βγαίνουν ασύγχρονες και παρατεταμένες, με στάδια διαφορετικής ηλικίας πάνω στο ίδιο δέντρο [4]. Η εικόνα αυτή συχνά αποδίδεται σε ιδιαιτερότητα της ποικιλίας ή σε σφάλμα της λίπανσης, ενώ σύμφωνα με την παραπάνω ερμηνεία είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα ενός χειμώνα που δεν έδωσε αρκετό ψύχος.

Πηγές: 1 2 4

3. Ενδολήθαργος, παραλήθαργος και οικολήθαργος: πού βρίσκεται η διαφωνία

Ο όρος λήθαργος χρησιμοποιείται για τρία διαφορετικά πράγματα, και η σύγχυσή τους δεν είναι ακαδημαϊκό ζήτημα, γιατί το καθένα προβλέπει άλλη συμπεριφορά του δέντρου μέσα στον χειμώνα. Οι τρεις καταστάσεις διακρίνονται από το ερώτημα τι κρατά τον οφθαλμό κλειστό και τι χρειάζεται για να ανοίξει.

ΚατάστασηΤι κρατά τον οφθαλμό κλειστόΤι τον ελευθερώνειΠώς δοκιμάζεται
Ενδολήθαργος Εσωτερικό κλείδωμα μέσα στον ίδιο τον οφθαλμό Συσσώρευση ψύχους, και τίποτα άλλο Μεταφορά σε ιδανικές συνθήκες: ο οφθαλμός δεν ξεκινά
Παραλήθαργος Καταστολή από άλλο όργανο του ίδιου φυτού, από τα φύλλα ή τους καρπούς Αφαίρεση του οργάνου που ασκεί την καταστολή Αποφύλλωση ή αφαίρεση καρπών: ο οφθαλμός ξεκινά
Οικολήθαργος Το περιβάλλον, στην περίπτωση της ελιάς το κρύο Άρση του περιοριστικού παράγοντα Θέρμανση: ο οφθαλμός ξεκινά χωρίς καθυστέρηση

Το 2024 δημοσιεύτηκε στο Journal of Experimental Botany μια τοποθέτηση η οποία υποστηρίζει ότι η ελιά δεν περνά από αληθινό ενδολήθαργο [3]. Τα επιχειρήματα είναι δύο και στηρίζονται και τα δύο στη στήλη της δοκιμής του πίνακα. Το πρώτο είναι ότι, όταν οφθαλμοί ή μοσχεύματα μεταφερθούν σε ευνοϊκές συνθήκες, το ποσοστό έκπτυξης είναι πολύ υψηλό ακόμη και μέσα στον χειμώνα, πράγμα που δεν συμβαίνει σε φυτό με εσωτερικό κλείδωμα. Το δεύτερο είναι ότι η αφαίρεση των φύλλων σε συνδυασμό με θέρμανση δίνει εκατό τοις εκατό βλαστητική έκπτυξη. Αν δηλαδή αρθεί ο παραλήθαργος με την αποφύλλωση και ο οικολήθαργος με τη θέρμανση, δεν μένει τίποτα να εμποδίσει τον οφθαλμό, άρα δεν υπάρχει τρίτος μηχανισμός [3].

Η ίδια εργασία επαναδιατυπώνει και τον ρόλο του ψύχους, και αυτή είναι η ουσιαστικότερη συνέπεια της θέσης της. Το κρύο, σύμφωνα με αυτήν, δεν σπάει κάποιο κλείδωμα, αλλά επάγει την έκφραση του γονιδίου OeFT, που είναι το γονίδιο της ανθοφορίας. Η τεκμηρίωση που επικαλείται έχει τρία σκέλη: ότι το ψύχος επάγει το OeFT, ότι θερμή μεταχείριση οφθαλμών μέσα στον χειμώνα καταργεί εντελώς την ανθοφορία, και ότι διαγονιδιακά φυτά με υπερέκφραση του OeFT άνθισαν εκτός εποχής [3]. Το συμπέρασμα είναι ότι το ψύχος δεν χρειάζεται καθαυτό για να ξεκινήσει ο οφθαλμός, αλλά για να ενεργοποιηθεί το γονίδιο που κρίνει τι είδους όργανο θα δώσει. Η ερμηνεία αυτή συμφωνεί με μια παρατήρηση που αναφέρουν και οι δύο άλλες εργασίες, ότι οι οφθαλμοί οι οποίοι εκπτύσσονται πριν ή νωρίς μέσα στον χειμώνα δίνουν βλαστούς και όχι ταξιανθίες.

Συγκρουόμενα αποτελέσματα Η ομάδα της Κόρδοβας δεν κατέληξε σε συμπέρασμα για το ίδιο ερώτημα. Γράφει ρητά ότι τα δικά της δεδομένα δεν επαρκούν για να ξεχωρίσουν αν πρόκειται για εύκολα αναστρέψιμο ενδολήθαργο ή για οικολήθαργο που καλύφθηκε από τη χρήση αποθεμάτων, και κλίνει προς τον ενδολήθαργο με ένα φυσιολογικό επιχείρημα: η ελιά αναπτύσσει αντοχή στον παγετό μέσα στον χειμώνα, και μια τέτοια κατάσταση δύσκολα συμβαδίζει με ιστούς που είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν βλάστηση από τη μία ημέρα στην άλλη [1]. Από την άλλη πλευρά, η δημοσίευση του 2024 είναι τοποθέτηση και όχι νέα έρευνα, και οι ίδιοι οι συγγραφείς της αναφέρουν ότι το ζήτημα δεν λύνεται χωρίς γενετικά δεδομένα τα οποία σήμερα δεν υπάρχουν για την ελιά [3]. Η διαφωνία επομένως παραμένει ανοιχτή, και το κείμενο δεν την παρουσιάζει ως λυμένη.

Γιατί η διάκριση έχει πρακτική σημασία

Η διαφορά ανάμεσα στις τρεις καταστάσεις δεν είναι θεωρητική, γιατί προβλέπουν διαφορετική συμπεριφορά σε ένα θερμό διάστημα μέσα στον χειμώνα. Αν η ελιά βρίσκεται σε οικολήθαργο, δηλαδή σταματημένη μόνο από το κρύο, τότε μια ζεστή περίοδος αρκεί για να ξαναρχίσει η βλάστηση. Η έρευνα το δείχνει με μέτρηση και όχι με εκτίμηση: φυτά που μπήκαν σε θερμοκήπιο άνω των 18 °C σε οκτώ διαφορετικές ημερομηνίες του χειμώνα ξεκίνησαν όλα, ανεξάρτητα από το πόσο ψύχος είχαν δεχτεί ως εκείνη τη στιγμή, και μάλιστα συνήθως μέσα σε μία ως δύο εβδομάδες [1]. Δεν υπάρχει επομένως κάποια εσωτερική ασφάλεια που να κρατά το δέντρο κλειστό ως τον Μάρτιο, όπως συμβαίνει σε ένα φυλλοβόλο με βαθύ ενδολήθαργο.

Η συνέπεια για τη διαχείριση είναι ότι ένα θερμό διάστημα τον Ιανουάριο ή τον Φεβρουάριο δεν περνά χωρίς κόστος, και μάλιστα το κόστος έρχεται από δύο δρόμους ταυτόχρονα. Από τη μία πλευρά μπορεί να ξεκινήσει βλάστηση που θα βρεθεί εκτεθειμένη στον επόμενο παγετό, χωρίς να έχει προλάβει να αποκτήσει αντοχή. Από την άλλη πλευρά, και με μεγαλύτερη σημασία για την παραγωγή, οι υψηλές θερμοκρασίες ακυρώνουν ψύχος που είχε ήδη συσσωρευτεί [2] [4], οπότε το δέντρο βρίσκεται πίσω από εκεί που ήταν πριν από το θερμό διάστημα, και ο χρόνος που μένει ως την άνοιξη για να καλυφθεί η απαίτηση είναι λιγότερος.

Πηγές: 1 2 3 4

4. Τι σημαίνουν όλα αυτά στον ελληνικό ελαιώνα

Όλα τα νούμερα των προηγούμενων ενοτήτων μετρήθηκαν σε Arbequina, μέσα σε γλάστρες, στην Κόρδοβα και στο Espiel της νότιας Ισπανίας, με δενδρύλλια ενός ως τριών ετών [1], ή σε μοσχεύματα της ίδιας περιοχής [2]. Από αυτά μεταφέρονται οι μηχανισμοί, δηλαδή το ποιος παράγοντας ελέγχει τι, επειδή η φυσιολογία του είδους δεν αλλάζει με τη γεωγραφία. Δεν μεταφέρονται τα όρια και οι απαιτήσεις σε ψύχος, επειδή αυτά είναι βαθμονομημένα σε άλλη ποικιλία και σε άλλο κλίμα. Το ελληνικό ερώτημα είναι επομένως διαφορετικό και απαντιέται από ελληνικές πηγές: ποιες ελληνικές ποικιλίες θέλουν πόσο ψύχος, και σε ποιες περιοχές αυτό εξασφαλίζεται.

Οι ελληνικές ποικιλίες δεν έχουν όλες την ίδια απαίτηση

Στο διδακτικό υλικό του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών οι ελληνικές ποικιλίες χωρίζονται σε δύο ομάδες ανάλογα με την απαίτηση σε ψύχος, και η ίδια διάκριση επαναλαμβάνεται και σε τεχνική αρθρογραφία του κλάδου [5] [6].

ΟμάδαΠοικιλίεςΑνώτατη θερμοκρασία για τον σχηματισμό ανθοφόρων οφθαλμών
Μικρής απαίτησης Κορωνέικη, Βαλανολιά, Πατρών, Μεγαρείτικη, Λιανολιά Κερκύρας, και η Κολοβή κατά τη δεύτερη πηγή 16 °C
Μεγάλης απαίτησης Κονσερβολιά Αμφίσσης, Χονδρολιά Χαλκιδικής 10 ως 12 °C

Οι τιμές δίνονται ως ανώτατο όριο κάτω από το οποίο μετράει το ψύχος, όχι ως απαίτηση σε ώρες. Η δεύτερη πηγή αναφέρει 12 °C και η πρώτη 10 °C για την ίδια ομάδα, και η διαφορά αυτή δείχνει ότι πρόκειται για πρακτικούς κανόνες και όχι για βαθμονομημένα όρια.

Η πρακτική συνέπεια της διάκρισης είναι χωροταξική και αφορά κυρίως τις νέες φυτείες. Η Χονδρολιά Χαλκιδικής και η Κονσερβολιά Αμφίσσης χρειάζονται παρατεταμένο χειμερινό ψύχος και αποδίδουν φτωχά σε περιοχές με ήπιο χειμώνα, όπως τα παράλια της Κρήτης [6]. Η Κορωνέικη και οι υπόλοιπες ποικιλίες της πρώτης ομάδας καρποφορούν κανονικά σε περιοχές όπου ο μέσος όρος του χειμώνα μένει πάνω από τους 10 °C [6]. Η επιλογή ποικιλίας για μια νέα φυτεία είναι επομένως, από αυτή την άποψη, και απόφαση για το αν η συγκεκριμένη θέση δίνει αρκετό ψύχος για τη συγκεκριμένη ποικιλία, και το σφάλμα εδώ δεν διορθώνεται στη συνέχεια με καλλιεργητικές επεμβάσεις.

Ως προς τη συνολική απαίτηση, το ελληνικό διδακτικό υλικό δίνει εύρος 10 ως 13 °C για 1.500 ως 2.000 ώρες [5]. Τεχνικό άρθρο του κλάδου αναφέρει τουλάχιστον δέκα εβδομάδες κάτω από τους 16 °C, και παραπέμπει σε παλαιότερη έρευνα στην οποία δέντρα με 1.200 ώρες κάτω από τους 7,2 °C άνθισαν και καρποφόρησαν κανονικά, ενώ δέντρα που δεν δέχτηκαν καμία ώρα κάτω από το όριο αυτό δεν σχημάτισαν καθόλου άνθη [6]. Οι δύο τιμές δεν είναι ανταγωνιστικές, γιατί μετρούν με διαφορετικό όριο, και αυτό είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι αριθμοί ψύχους δεν συγκρίνονται ποτέ χωρίς να δηλωθεί το μοντέλο από το οποίο βγήκαν.

Τι δείχνουν τα μετρημένα ελληνικά δεδομένα

Η μόνη εκτενής ελληνική σειρά που συνδυάζει φαινολογία και συσσώρευση ψύχους είναι κρητική. Καλύπτει περίπου 1.200 παρατηρήσεις ανθοφορίας Κορωνέικης από το 1984 ως το 2018, σε τέσσερις τοποθεσίες που απλώνονται από τα 45 ως τα 624 μέτρα υψόμετρο, και ο υπολογισμός έγινε με το Dynamic model και με μερίδες ψύχους [7].

Η συσσώρευση κυμάνθηκε από 50,6 μερίδες ψύχους στο Γάζι, στα 45 μέτρα, ως 97,3 μερίδες στην Αγία Βαρβάρα, στα 624 μέτρα, με τις Δαφνές και το Καστέλλι, στα 315 και στα 340 μέτρα, να δίνουν ενδιάμεσες τιμές [7]. Η διαφορά ανάμεσα στην παραλιακή και στην ορεινή τοποθεσία είναι σχεδόν διπλάσια συσσώρευση μέσα στο ίδιο νησί, και σε απόσταση λίγων δεκάδων χιλιομέτρων. Το μέγεθος αυτής της διαφοράς δείχνει ότι ο υψομετρικός παράγοντας υπερισχύει κατά πολύ της γεωγραφικής απόστασης, και ότι μια εκτίμηση ψύχους που βασίζεται στον νομό ή στο νησί δεν λέει σχεδόν τίποτα για το συγκεκριμένο κτήμα.

Οι προβολές της ίδιας εργασίας δείχνουν μείωση του ψύχους κατά 12,0 ως 28,3 τοις εκατό για την περίοδο 2021 ως 2060 και κατά 22,7 ως 70,9 τοις εκατό για την περίοδο 2061 ως 2100, ανάλογα με την τοποθεσία και το σενάριο εκπομπών [7]. Στο δυσμενέστερο σενάριο και για το μακρινό μέλλον, στο Γάζι η συσσώρευση πρακτικά μηδενίζεται σε ορισμένα έτη, και οι συγγραφείς προειδοποιούν ρητά ότι τόσο χαμηλή συσσώρευση μπορεί να μην επαρκεί για την επαγωγή της ανθοφορίας στην Κορωνέικη [7]. Η παρατήρηση αυτή αφορά τις παραλιακές ζώνες και όχι το σύνολο της καλλιέργειας, αλλά οι παραλιακές ζώνες είναι και εκείνες με τις μεγαλύτερες εκτάσεις.

Τι αλλάζει στη διαχείριση

Τέσσερα σημεία προκύπτουν απευθείας από τα παραπάνω και αφορούν αποφάσεις που λαμβάνονται στο κτήμα.

  • Η επιλογή θέσης για τη Χονδρολιά και την Κονσερβολιά είναι απόφαση ψύχους. Σε περιοχή με ήπιο χειμώνα η φυτεία θα υπολειτουργεί κάθε χρονιά, και η υπολειτουργία αυτή δεν διορθώνεται ούτε με λίπανση ούτε με άρδευση ούτε με κλάδεμα, επειδή το αίτιο βρίσκεται στο κλίμα της θέσης.
  • Ο θερμός χειμώνας κοστίζει δύο φορές. Ακυρώνει ψύχος που είχε ήδη μαζευτεί, και ταυτόχρονα μπορεί να ξεκινήσει πρόωρη βλάστηση, επειδή στην ελιά δεν υπάρχει ισχυρό εσωτερικό κλείδωμα που να την εμποδίσει.
  • Η ασύγχρονη άνθηση είναι σύμπτωμα και όχι ιδιοτροπία της χρονιάς. Όταν πάνω στο ίδιο δέντρο συνυπάρχουν ταξιανθίες διαφορετικής ηλικίας, το πιθανότερο αίτιο είναι ανεπαρκές ψύχος, και η παρατήρηση αυτή αξίζει να καταγράφεται ανά χρονιά και ανά αγροτεμάχιο, ώστε να υπάρχει σειρά δεδομένων για το συγκεκριμένο κτήμα.
  • Η παρενιαυτοφορία ξεκινά το προηγούμενο καλοκαίρι. Η παρουσία καρπών εμποδίζει τη μετατροπή των μασχαλιαίων οφθαλμών σε ανθοφόρους [2], οπότε ό,τι αφορά το φορτίο της φετινής χρονιάς κρίνει και τη δυνατότητα ανθοφορίας της επόμενης, πολύ πριν μπει ο χειμώνας στην εξίσωση.

Τα σημεία που μένουν ανοιχτά

Η έρευνα αφήνει τρία κενά που αξίζει να δηλωθούν, γιατί το κενό που δηλώνεται είναι ερευνητικό ερώτημα, ενώ το κενό που καλύπτεται με ξένο νούμερο γίνεται σφάλμα που επαναλαμβάνεται.

  • Το μοντέλο παύσης της βλάστησης, με το όριο των 14,4 °C και την απαίτηση των 160 ωρών, δεν έχει βαθμονομηθεί σε ελληνική ποικιλία ούτε σε ενήλικο δέντρο. Οι αριθμοί χρησιμεύουν ως τάξη μεγέθους και ως περιγραφή του μηχανισμού, όχι ως ημερολόγιο για ελληνικό ελαιώνα.
  • Απαίτηση σε ψύχος εκφρασμένη σε μερίδες ή σε ώρες, ανά ελληνική ποικιλία, δεν υπάρχει δημοσιευμένη. Τα ελληνικά δεδομένα δίνουν ανώτατα όρια θερμοκρασίας ανά ομάδα ποικιλιών και μία σειρά συσσώρευσης για την Κορωνέικη στην Κρήτη, χωρίς να κλείνουν τον κύκλο ανάμεσα στα δύο.
  • Αντίστοιχη σειρά με εκείνη της Κρήτης δεν υπάρχει για τη Βόρεια Ελλάδα, όπου καλλιεργείται η Χονδρολιά Χαλκιδικής, δηλαδή η ποικιλία με τη μεγαλύτερη απαίτηση σε ψύχος. Είναι το σημείο στο οποίο μια τοπική σειρά παρατηρήσεων ανθοφορίας θα είχε τη μεγαλύτερη αξία.

Για τον τρόπο με τον οποίο μετριέται το ψύχος, και για τον λόγο που οι ώρες ψύχους και οι μερίδες ψύχους δεν είναι το ίδιο μέγεθος, υπάρχει χωριστό κείμενο: Ώρες ψύχους: τα τρία μοντέλα και πότε το καθένα λέει την αλήθεια. Η συσσώρευση για πέντε περιοχές της Βόρειας Ελλάδας υπολογίζεται ζωντανά στη σελίδα Ώρες και μερίδες ψύχους.

Πηγές: 1 2 5 6 7

5. Πηγές

Οι αριθμοί μέσα στο κείμενο παραπέμπουν στον παρακάτω κατάλογο.

  • [1] López-Bernal, Á., García-Tejera, O., Testi, L., Orgaz, F. και Villalobos, F.J. (2020). Studying and modelling winter dormancy in olive trees. Agricultural and Forest Meteorology 280:107776. Πηγή για τον ρόλο της θερμοκρασίας και όχι της φωτοπεριόδου, για τα μοντέλα παύσης της βλάστησης με όριο 14,4 και 14,5 °C και απαίτηση 160 ωρών, για τον συντελεστή αφαίρεσης 0,32, για τα σφάλματα επικύρωσης 2,67 και 4,00 ημερών, για τη θερμοκρασία βάσης 11,1 °C, για την αναστρεψιμότητα σε μία ως δύο εβδομάδες, για τη μικρή διαφορά μεταξύ ποικιλιών και για το επιχείρημα της αντοχής στον παγετό. Η έρευνα έγινε στην Κόρδοβα και στο Espiel της νότιας Ισπανίας, σε δενδρύλλια γλάστρας ενός ως τριών ετών. Διαβάστηκε ολόκληρη.
  • [2] Rallo, L., Ramos, A., Rubio-Valdés, G. και Rapoport, H.F. Integrated Overview of Olive Reproductive Bud Dormancy and Biennial Bearing. Acta Horticulturae, International Society for Horticultural Science. Πηγή για τη σειρά των γεγονότων στους μασχαλιαίους οφθαλμούς, για τον ρόλο των φύλλων και των καρπών στον παραλήθαργο, για τη διαφοροποίηση της ταξιανθίας μετά τη χειμερινή ανάπαυση, για τις τομές της 9ης Ιανουαρίου και της 7ης Φεβρουαρίου, για τους 12,5 °C ως αποδοτική θερμοκρασία, για τον μηδενισμό της συσσώρευσης στους 30 °C και για την υπόθεση του συγχρονισμού. Οι μετρήσεις έγιναν σε μοσχεύματα στην περιοχή της Κόρδοβας. Διαβάστηκε ολόκληρη.
  • [3] Arias-Sibillotte, M., Considine, M.J. και Signorelli, S. (2024). Reinterpreting olive bud dormancy. Journal of Experimental Botany 75(19):6017-6021. Πηγή για τη θέση ότι η ελιά δεν περνά από αληθινό ενδολήθαργο, για τη διάκριση ενδολήθαργου, παραληθάργου και οικοληθάργου, για την εκατό τοις εκατό βλαστητική έκπτυξη μετά από αποφύλλωση και θέρμανση, και για τον ρόλο του ψύχους μέσω του γονιδίου OeFT. Τοποθέτηση και όχι νέα έρευνα, χωρίς δικά της πειραματικά δεδομένα. Διαβάστηκε ολόκληρη.
  • [4] International Olive Council. World Olive Catalogue, Module 2, Chilling requirements. Πηγή για το εύρος συσσώρευσης 7 ως 15 °C, για το άριστο των 12,5 °C, για τη μη συσσώρευση πάνω από τους 16 °C και την ακύρωση σε υψηλότερες θερμοκρασίες, και για την ασύγχρονη έκπτυξη και άνθηση όταν το ψύχος δεν επαρκεί. Διεθνής πηγή, χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένη χώρα.
  • [5] Ρούσσος, Π. Ετήσιος βλαστικός κύκλος ελιάς, διαφοροποίηση οφθαλμών. Διδακτικό υλικό, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πηγή για την απαίτηση 10 ως 13 °C επί 1.500 ως 2.000 ώρες και για τον χωρισμό των ελληνικών ποικιλιών σε μικρής και μεγάλης απαίτησης ψύχους. Ελληνική πηγή.
  • [6] Μπαρτζώκας, Ν. Ο ρόλος του ψύχους στην καρποφορία της ελιάς. ΣΕΔΗΚ. Πηγή για τα ελληνικά ανώτατα όρια 16 και 12 °C ανά ποικιλία, για τις δέκα εβδομάδες κάτω από τους 16 °C, για τις 1.200 ώρες κάτω από τους 7,2 °C και για τη χαμηλή απόδοση των ποικιλιών μεγάλης απαίτησης στα παράλια της Κρήτης. Τεχνικό άρθρο κλάδου, χωρίς κρίση από ομότιμους, και χρησιμοποιείται μόνο για το ελληνικό πλαίσιο.
  • [7] Grillakis, M.G., Kapetanakis, E.G. και Goumenaki, E. (2022). Climate change implications for olive flowering in Crete, Greece: projections based on historical data. Climatic Change 175:7. Πηγή για τις περίπου 1.200 παρατηρήσεις ανθοφορίας Κορωνέικης από το 1984 ως το 2018, για τις μερίδες ψύχους 50,6 στο Γάζι και 97,3 στην Αγία Βαρβάρα, για τις προβλεπόμενες μειώσεις 12,0 ως 28,3 και 22,7 ως 70,9 τοις εκατό, και για την προειδοποίηση ότι η συσσώρευση μπορεί να μην επαρκεί για την Κορωνέικη. Ελληνική πηγή, με δεδομένα από την Κρήτη. Διαβάστηκε η περίληψη και αποσπάσματα του πλήρους κειμένου.
Αποποίηση ευθύνης Το κείμενο είναι ενημερωτικό και δεν υποκαθιστά επιτόπια εκτίμηση. Οι τιμές που αναφέρονται προέρχονται από τις πηγές του καταλόγου και, όπου η μέτρηση έγινε εκτός Ελλάδας, η χώρα και οι συνθήκες της μέτρησης δηλώνονται μέσα στο κείμενο. Δεν μεταφέρονται αυτούσιες σε ελληνικές ποικιλίες και σε ελληνικές συνθήκες. Καμία απόφαση εγκατάστασης φυτείας, επιλογής ποικιλίας ή επέμβασης δεν λαμβάνεται μόνο με βάση αριθμό ψύχους που προκύπτει από μοντέλο. Κάθε επέμβαση γίνεται με ευθύνη του χρήστη, κατόπιν επιτόπιας εκτίμησης από αδειοδοτημένο γεωπόνο. Η Παστόπουλος Γεωπονική Ε.Ε. δεν φέρει ευθύνη για τη χρήση των πληροφοριών.

Σχετικά άρθρα

Το λευκό σαλιγκάρι της Μεσογείου στα δενδρώδη

Το λευκό σαλιγκάρι της Μεσογείου στα δενδρώδη

Το Theba pisana είναι ιθαγενές στη Μεσόγειο, όχι εισβλητικό, και άρα δεν υπάρχει πρόγραμμα εκρίζωσης. Αναγνώριση, κύκλος, η ζημιά στα δενδρώδη, ο μοναδικός εγκεκριμένος στόχος στην ελληνική βάση, και γιατί ο νηματώδης Phasmarhabditis σκότωσε το σαλιγκάρι μόνο στο πενταπλάσιο της δόσης της ετικέτας.

Ελιά Κερασιά
Το βόριο στην ελιά: διαφυλλική και εδαφική εφαρμογή, δόσεις και το όριο της τοξικότητας

Το βόριο στην ελιά: διαφυλλική και εδαφική εφαρμογή, δόσεις και το όριο της τοξικότητας

Το στοιχείο με το στενότερο περιθώριο ασφαλείας: 35 ppm χωρίζουν την επάρκεια από την τοξικότητα. Πώς μετακινείται το βόριο μέσα στην ελιά μέσω της μαννιτόλης, τι δείχνει η φυλλοδιαγνωστική του Ιουλίου, οι δόσεις διαφυλλικά και εδαφικά σε γραμμάρια ανά στρέμμα, τα πειράματα που δεν έδειξαν όφελος, και εργαλείο που ξεχωρίζει την έλλειψη από την τοξικότητα.

Ελιά Θρέψη
Ασθένειες και εχθροί της ελιάς: αναγνώριση από τα συμπτώματα, με διαγνωστικό εργαλείο

Ασθένειες και εχθροί της ελιάς: αναγνώριση από τα συμπτώματα, με διαγνωστικό εργαλείο

Κυκλοκόνιο, κερκοσπορίωση, ανθράκωση, βούλα, βερτισιλλίωση, φυματίωση, Xylella, και οι εχθροί: δάκος, πυρηνοτρήτης, βαμβακάδα, πολλίνια, μαργαρόνια, λεκάνιο. Εργαλείο που συγκρίνει τα συμπτώματα του χωραφιού με το προφίλ κάθε αιτίας, με φωτογραφίες και το διακριτικό γνώρισμα που τα ξεχωρίζει.

Ελιά